Πότε το παιδί μου χρήζει λογοθεραπευτικής παρέμβασης

Η ανατροφή ενός παιδιού είναι αναμφίβολα η πιο σημαντική και δύσκολη “δουλειά”. Οι γονείς στην καθημερινότητά τους με τα παιδιά βιώνουν στιγμές χαράς και αγάπης, αλλά παράλληλα τους ταλαιπωρούν και ανησυχίες σχετικά με την ανατροφή και την ανάπτυξη των παιδιών τους. Ορισμένες ανησυχίες των γονέων έχουν να κάνουν με την ομιλία και το λόγο των παιδιών.

 Για παράδειγμα:

“Ο γιός μου είναι 22 μηνών, εκτός από τις λέξεις “μαμά”, “μπαμπά”, “γιαγιά”, δε λέει καμία άλλη λέξη, πρέπει να κάνει λογοθεραπεία;”

“Το παιδί μου σε λίγες μέρες θα κλείσει τα 3, μιλάει συνεχώς, αλλά δεν τον καταλαβαίνει κανείς”

“Η κόρη μου είναι 5 χρονών και δε λέει καθαρά κάποιες λέξεις, τις λέει με τον δικό της τρόπο. Το σκέφτομαι συνέχεια, τι πρέπει να κάνω;”

Είναι απόλυτα κατανοητό και φυσιολογικό οι γονείς να έχουν κάποιες ανησυχίες σχετικά με την ανάπτυξη των παιδιών τους. Ωστόσο, πρέπει να γνωρίζουν ότι οποιαδήποτε δυσκολία μπορεί να αντιμετωπιστεί και να εξαλειφθεί, ειδικά όταν υπάρχει η πρώιμη παρέμβαση. Η πρώτη διαπίστωση των δυσκολιών γίνεται από τους ίδιους τους γονείς, οι οποίοι θα πρέπει να απευθυνθούν στον κατάλληλο ειδικό (αναπτυξιολόγο, λογοθεραπευτή) όταν αντιληφθούν κάποια καθυστέρηση στην ανάπτυξη των παιιδών.

Η επίσκεψη σε ειδικό αναπτυξιολόγο κρίνεται απαραίτητη όταν το παιδί δεν ακολουθεί τα φυσιολογικά αναπτυξιακά ορόσημα και ορισμένες του δεξιότητες (κινητικές, οπτικοκινητικές, ακουστικές, γλωσσικές και κοινωνικές) παρουσιάζουν σημαντική καθυστέρηση. Όταν, για παράδειγμα παρατηρηθούν:

1. δυσκολία στις λεπτές κινήσεις (π.χ. δεν μπορεί να κρατήσει καλά ένα αντικείμενο στο χέρι του, δυσκολεύεται να ανοίξει μανταλάκια, δυσκολεύεται να ντυθεί ή/και να φάει)

2. δυσκολία στη βάδιση και στη στήριξη του κεφαλιού

3. διαταραχές συμπεριφοράς (π.χ. ανυπακοή, έντονες εκτήξεις θυμού, μη τήρηση των κοινωνικών κανόνων)

4. διάσπαση προσοχής, το παιδί δεν ασχολείται με ένα αντικείμενο περισσότερο από 3 λεπτά

5. μαθησιακές δυσκολίες

6. καθυστέρηση λόγου και ομιλίας

Επίσης ο αναπτυξιακός έλεγχος γίνεται ύστερα από παραπομπή από τον παιδίατρο ή το νηπιαγωγό/δάσκαλο, όταν υπάρχει διαγνωσμένο πρόβλημα, σε περίπτωση προωρότητας ή αν υπάρχει κληρονομικός παράγοντας.

Αναφορικά με τη γλωσσική ανάπτυξη των παιδιών, δίνονται παρακάτω τα βασικότερα σημάδια, ανά ηλικία, που θα πρέπει να παρακολουθήσουν οι γονείς.

1. όταν το παιδί μέχρι την ηλικία του ενός έτους:

  • δεν ανταποκρίνεται σε ήχους του περιβάλλοντός του (σε αυτήν την περίπτωση, πρέπει πρώτα να γίνει εξέταση της ακοής του παιδιού)
  • δεν καταλαβαίνει τη σημασία των λέξεων: “ναι” - “όχι”
  • δεν παράγει ήχους - συλλαβές, όπως “μα”, “μπα”

2. όταν σε ηλικία 1 – 2 ετών:

  • δυσκολεύεται στην κατανόηση απλών εντολών, όπως: “κάνε παλαμάκια”
  • δεν ανταποκρίνεται στο κάλεσμα του ονόματός του
  • δεν ανταποκρίνεται σε κοινωνικές συναλλαγές, όπως να χαιρετήσει κουνώντας το χέρι του
  • χρησιμοποιεί λιγότερες από 10 - 15 λέξεις, για να εκφραστεί, όπως “μαμά”

3. όταν σε ηλικία 2 – 3 ετών:

  • το εκφραστικό του λεξιλόγιο περιλαμβάνει λιγότερες από 50 λέξεις
  • δε χρησιμοποιεί φράσεις με 2 έως 3 λέξεις
  • δυσκολεύεται στην κατανόηση, αλλά και στην εκτέλεση απλών εντολών
  • δεν αναγνωρίζει τα μέρη του σώματος
  • δυσκολεύεται στην κατανόηση της άρνησης
  • δε χρησιμοποιεί την άρνηση στο λόγο του, όπως “όχι μαμά”
  • δεν πραγματοποιεί απλές ερωτήσεις, όπως: “πού είναι;”

4. όταν σε ηλικία 3 – 4 ετών:

  • η ομιλία του δεν είναι καταληπτή από τρίτους
  • δε σχηματίζει προτάσεις με 3-4 λέξεις
  • δεν κατανοεί ένα πολύ μεγάλο αριθμό λέξεων και διάφορες έννοιες, όπως τα χρώματα, τα φρούτα, τις έννοιες : μέρα – νύχτα κ.α.
  • δε χρησιμοποιεί στο λόγο του τις προθέσεις, όπως:με, από, για, μετά κ.α.
  • δε χρησιμοποιεί στο λόγο του τον πληθυντικό αριθμό

5. όταν σε ηλικία 4 – 5 ετών:

  • δεν κατανοεί και κατ΄επέκταση δεν εκτελεί σύνθετες εντολές, όπως “πάρε το κόκκινο αρκουδάκι και την κίτρινη μπάλα”
  • δεν κάνει ερωτήσεις που εισάγονται με τα “ποιος”, “τι”, “πού”, “πότε”
  • δε χρησιμοποιεί σύνθετες προτάσεις, με το σύνδεσμο “και”
  • το λεξιλόγιό του απότελείται από λιγότερες από 400 λέξεις
  • δυσκολεύεται στην αφήγηση μιας ιστορίας ή μιας δραστηριότητας που έκανε
  • δυσκολεύεται στην παραγωγή των περισσοτέρων ή όλων των συμφώνων, με εξαίρεση τα ρ , λ , σ, ζ.
  • χρησιμοποιεί προτάσεις χωρίς άρθρα ή/και προθέσεις
  • υπάρχουν αρκετά συντακτικά αλλά και γραμματικά λάθη στην ομιλία του

6. όταν σε ηλικία 5 – 6 ετών:

  • το εκφραστικό του λεξιλόγιο είναι περιορισμένο σε σύγκριση με παιδιά της ίδιας ηλικίας (λιγότερες από 1000 λέξεις)
  • δεν προφέρει σωστά αρκετά σύμφωνα και τα συμπλέγματα αυτών
  • δεν κατανοεί τις αντίθετες έννοιες, όπως μεγάλο – μικρό, γεμάτο – άδειο
  • δυσκολεύεται στην κατανόηση και χρήση των χρόνων των ρημάτων (ενεστώτα – αόριστο – μέλλοντα)
  • δεν είναι σε θέση να αφηγηθεί μια ιστορία με σωστή χρονολογική σειρά των γεγονότων

7. όταν το παιδί σε ηλικία 6 ετών και πάνω:

  • αντιμετωπίζει δυσκολία στην ανάγνωση ή/και στη γραφή του
  • δυσκολεύεται στην παραγωγή των φωνημάτων ρ , λ

Πώς θα καταλάβω αν το παιδί μου παρουσιάζει σημάδια τραυλισμού

Ο τραυλισμός θεωρείται ένα συνηθισμένο στάδιο στην εξέλιξη του λόγου των παιδιών και είναι πιθανό να εμφανιστεί στην ηλικία των 2 – 5 ετών. Οι γονείς ωστόσο θα πρέπει να ανησυχήσουν αν παρατηρήσουν τα παρακάτω συμπτώματα στο παιδί τους, για περισσότερο από 3 μήνες ή/και όταν στο διάστημα αυτό τα συμπτώματα γίνονται εντονότερα και συχνότερα.

Τα συμπτώματα του τραυλισμού χωρίζονται σε δύο κατηγορίες, τα πρωτογενή και τα δευτερογενή.

Τα πρωτογενή συμπτώματα αναφέρονται στην ομιλία του παιδιού και τα κυριότερα αυτών είναι:

  • δυσκολία κατά την έναρξη της ομιλίας, π.χ. “Γ.....ειά σου!”
  • μπλοκάρισμα κατά τη διάρκεια της ομιλίας, π.χ. “Αύριο έ.......χω μάθημα!”
  • επιμήκυνση ήχων ή συλλαβών, π.χ. “ννννερό”
  • επανάληψη ήχων, συλλαβών, λέξεων ή φράσεων, π.χ. “κ-κ-κάτω / σή-σή-σήμερα / καλά-καλά είμαι / ναι θέλω-ναι θέλω”
  • αντικατάσταση λέξεων με λέξεις ευκολότερης παραγωγής. Για παράδειγμα το παιδί δε χρησιμποιεί τη λέξη “πορτοκαλάδα” επειδή ξέρει ότι δυσκολεύεται στην παραγωγή της και χρησιμποιεί τη λέξη “χυμό” ή αντί για τη λέξη “καρέκλα” χρησιμοποιεί τη φράση “εκεί που κάθομαι”, επειδή φοβάται ότι θα εμφανίσει σημάδια τραυλισμού στη συγκεκριμένη λέξη.

Τα δευτερογενή συμπτώματα συνοδεύουν τα πρωτογενή και αφορούν τη συμπεριφορά του ατόμου που τραυλίζει. Πιο συγκεκριμένα εμφανίζονται κατά τη διάρκεια των δυσρυθμιών, όπου το παιδί προσπαθεί να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες στην ομιλία του.

Ορισμένα αυτών είναι τα παρακάτω:

  • τίναγμα των άκρων του σώματος (κεφάλι, χέρια, πόδια)
  • συνεχόμενο κλείσιμο των ματιών
  • δυσφορία
  • αλλαγές στην ένταση της φωνής
  • κυκλικές ακούσιες κινήσεις του κεφαλιού

Αν υπάρχουν δευτερογενή συμπτώματα τραυλισμού οι γονείς θα πρέπει να απευθυνθούν σε έναν λογοθεραπευτή για την αξιολόγηση της ομιλίας του παιδιού.

Η πρώιμη παρέμβαση είναι ο θεμελιώδης λίθος της λογοθεραπείας. Όσο νωρίτερα διαγνωσθεί οποιαδήποτε δυσκολία αντιμετωπίζει το παιδί, τόσο πιο εύκολη και γρήγορη θα είναι η αποκατάσταση αυτής. Η καθυστέρηση της διάγνωσης και κατ΄επέκταση της θεραπείας, θα οδηγήσει στην αυτοματοποίηση του λανθασμένου τρόπου ομιλίας ή/και συμπεριφοράς του παιδιού. Ως επακόλουθο θα έχουμε τη δύσκολη ένταξη του παιδιού στο κοινωνικό περιβάλλον.

Πηγές :

  • Bernstein, D., K. & Tiegerman, E. (1993). Language and Communication Disorders in Children. New York: Maxwell Macmillan International.
  • Καμπανάρου, Μ. (2007). Διαγνωστικά θέματα Λογοθεραπείας. Αθήνα: ΕΛΛΗΝ.
  • Κάκουρος, Ε. & Μανιαδάκη, Κ. (2006). Τραυλισμός. Η φύση και η αντιμετώπισή του στα παιδιά και τους εφήβους . Αθήνα: Τυπωθήτω.
  • Νικολόπουλος, Δ. (2008). Γλωσσική Ανάπτυξη και Διαταραχές. Αθήνα: Τόπος