Αυτισμός

Ορισμός

Κάποτε ο αυτισμός ήταν μια άγνωστη διαταραχή που θεωρείτο ψυχική ασθένεια και δεν αντιμετωπιζόταν με τον δέοντα τρόπο. Πλέον είναι πολύ γνωστός στο ευρύ κοινό και αντιμετωπίζεται με συνετό τρόπο.

Ο όρος αυτισμός προέρχεται από τη λέξη “εαυτισμός”, δηλαδή κλεισμένος στον εαυτό του. Αυτισμός είναι η ισόβια αναπτυξιακή διαταραχή του νευρικού συστήματος που χαρακτηρίζεται από μειωμένη κοινωνική αλληλεπίδραση και επικοινωνία, καθώς και από την περιορισμένη και επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά. Σύμφωνα με τον Κanner (1943) αυτισμός είναι μια εγγενής διαταραχή του συναισθήματος. Είναι πολύ ενδιαφέρον να «δούμε» τον αυτισμό μέσα από τα μάτια ανθρώπων με αυτισμό.

 

Δηλώσεις ανθρώπων με αυτισμό :

  • «O αυτισμός δεν είναι ένα κέλυφος του ατόμου. Είναι διεισδυτικός σε κάθε πτυχή του ατόμου. Είναι ένας τρόπος ύπαρξης» ( Jim Sinclair)
  • «Ο αυτισμός είναι απόσπαση από την εξωτερική πραγματικότητα που συνοδεύεται από μια έντονη εσωτερική ζωή» ( Petit Robert)
  • «Ο αυτισμός είναι μια αναπτυξιακή διαταραχή. Ένα ελάττωµα στα συστήµατα που επεξεργάζονται τις αισθητηριακές πληροφορίες» ( Temple Grandin)
  • «Ο αυτισµός δεν είναι ετικέτα, αναγνωρίζοντας τις δυσκολίες που µπορεί να γεννά µια ετικέτα όσο ταµπέλα. Αυτός είναι ένας θετικός τρόπος να το σκέπτεται κανείς» ( Exley).

Χαρακτηριστικά

Σύμφωνα με το Diagnostic and Statistical Manual 200 i 324 of Mental Disorders IV (DSM IV), ένα παιδί χαρακτηρίζεται με διάχυτη αναπτυξιακή διαταραχή, όταν παρουσιάζει:

1. Διαταραγμένη κοινωνική συμπεριφορά, που εκδηλώνεται με δυο τουλάχιστον από τα ακόλουθα χαρακτηριστικά

  • έκπτωση στην εξωλεκτική συμπεριφορά, όπως βλεμματική επαφή, κινήσεις του προσώπου, στάσεις του σώματος και στερεοτυπικές χειρονομίες που ρυθμίζουν τις κοινωνικές συναλλαγές
  • αποτυχία στην ανάπτυξη σχέσεων με συνομηλίκους
  • έλλειψη αναζήτησης απολαύσεων και ενδιαφερόντων με άλλα άτομα ή κοινοποίησης επιτευγμάτων
  • έλλειψη κοινωνικής και συναισθηματικής αμοιβαιότητας

2. Διαταραγμένη επικοινωνία, που εκδηλώνεται με ένα τουλάχιστον από τα παρακάτω χαρακτηριστικά

  • καθυστερημένη ή ανύπαρκτη ομιλία
  • καταφανή έκπτωση στην ικανότητα έναρξης ή διατήρησης της συνομιλίας με άλλους ανθρώπους - για ανθρώπους με επαρκή ομιλία
  • χρήση στερεότυπου, επαναληπτικού και με άλλες ιδιομορφίες λόγου
  • απουσία αυθόρμητου και ποικίλου παιχνιδιού, καθώς και παιχνίδι ρόλων

3. Περιορισμένα ενδιαφέροντα και επαναληπτική ή στερεότυπη συμπεριφορά, που εκδηλώνεται με ένα τουλάχιστον χαρακτηριστικό από τα παρακάτω

  • στερεότυποι και επαναληπτικοί κινητικοί μανιερισμοί (επαναλαμβανόμενη κίνηση των χεριών)
  • επίμονη ενασχόληση με τμήματα αντικειμένων
  • άκαμπτη εμμονή σε συγκεκριμένες και μη λειτουργικές συνήθειες ή τελετουργίες
  • ενασχόληση με ένα ή περιορισμένου αριθμού στερεότυπα πρότυπα, που συρρικνώνουν τα ενδιαφέροντα και που θεωρούνται και μη φυσιολογικά ως προς την ένταση και την εστίαση

Επίσης, τα άτομα με αυτισμό αντιμετωπίζουν πολλές δυσκολίες στο πραγματολογικό κομμάτι της γλώσσας, οι οποίες χωρίζονται σε τρείς κατηγορίες. Συγκεκριμένα:

1. Προλεκτική πραγματολογία, όπου το παιδί εμφανίζει:

  • μειωμένο ενδιαφέρον για το περιβάλλον
  • περιορισμένη - διαφοροποιημένη κατανόηση του περιβάλλοντος
  • ασυνεπής αντίδραση σε ερεθίσματα
  • υπερεκλεκτικότητα των ερεθισμάτων
  • έλλειψη ή μειωμένο ενδιαφέρον για τους ανθρώπους
  • περιορισμένη πρόθεση για επικοινωνία
  • έλλειψη ή μειωμένος μη λεκτικός σχολιασμός
  • μειωμένη ή έλλειψη δεξιοτήτων συζήτησης
  • δυσκολία στην κατανόηση της μη λεκτικής επικοινωνίας κ.α.

2. Μη λεκτική πραγματολογία, στην οποία εμφανίζονται:

  • ασυνήθιστη χροιά και ένταση φωνής
  • δυσκολία στον καθορισμό της απόστασης των ομιλητών
  • περιορισμένη ή ελλιπής χρήση εξωλεκτικής επικοινωνίας για την ενθάρρυνση του ομιλητή
  • ακατάλληλη στάση σώματος

3. Λεκτική πραγματολογία

  • δυσκολία στην αντίληψη του νοητικού επιπέδου του ακροατή
  • δυσκολία ή έλλειψη σχολιασμού
  • δυσκολία στην εξαγωγή συμπερασμάτων
  • δυσκολία στη χρήση του λόγου βάσει κοινωνικών κανόνων
  • δυσκολία στην αφήγηση
  • δυσκολία στην αιτιολόγηση καταστάσεων
  • δυσκολία στην καθοδήγηση των άλλων
  • δυσκολία στην έναρξη, λήξη και διατήρηση της συζήτησης
  • περιορισμένα θέματα συζήτησης
  • λεκτικές εμμονές
  • δυσκολίες σε μεταφορές, αινίγματα, λογοπαίγνια, ανέκδοτα, παροιμίες, δεικτικές λέξεις, πολύσημες έννοιες

(Βογινδρούκας Ι., 2005, Διαταραχές Επικοινωνίας και Λόγου στον Αυτισμό - Εναλλακτικά Συστήματα επικοινωνία, Διεπιστημονική Προσέγγιση Αυτισμός, vol 1, σελ 17 - 33)

Μορφές

Ο αυτισμός εμφανίζεται με δύο μορφές:

  • τον πρώιμο παιδικό αυτισμό και
  • τον δευτερογενή

Ο πρώιμος παιδικός αυτισμός αποτελεί την τυπική μορφή. Το μωρό είναι ιδιαίτερα ήσυχο, δεν κλαίει, δεν φωνάζει, δείχνει αδιαφορία για το περιβάλλον του. Δεν χαμογελά στη μητέρα του, ούτε ανταλλάσσει βλέμματα μαζί της.

Ο δευτερογενής αυτισμός εμφανίζεται στα δυόμισι έως τρία χρόνια, ύστερα από μια περίοδο κατά την οποία η ανάπτυξη ήταν φυσιολογική. Η έναρξη συμπίπτει με γεγονότα ποικίλης σημασίας, όπως μια σωματική ασθένεια, ολιγοήμερη νοσηλεία, μετακόμιση της οικογένειας ή αποχωρισμός από κάποιο αγαπημένο πρόσωπο. Το παιδί βιώνει ψυχοτραυματικά τη νέα εμπειρία, σταματά την ανάπτυξή του και παλινδρομεί, με αποτέλεσμα να χάνει όποια ικανότητα είχε να μιλά, αλλά και κάποιες δεξιότητές του. Έτσι σταματά η επικοινωνία και το παιδί κλείνεται στον εαυτό του.

Αίτια

Από όταν πρωτοεμφανίστηκε ο αυτισμός έχουν διεξαχθεί πολλές έρευνες για την πιθανές αιτίες αυτού. Για την εμφάνιση του αυτισμού μπορεί να ευθύνονται διάφορες αιτίες, ορισμένες από τις οποίες είναι οι εξής:

  • διαταραχές του μεταβολισμού των εγκεφαλικών κυττάρων
  • βιοχημικές διαταραχές σε επίπεδα νευροδιαβιβαστών,
  • μειωμένη κυκλοφορία του αίματος σε ορισμένες περιοχές του εγκεφάλου - κυρίως αριστερά
  • δυσλειτουργία της παρεγκεφαλίδας, της προμετωπιαίας και της μετωπιαίας περιοχής
  • τραυματισμοί του εγκεφάλου
  • ανοξία
  • διάφοροι ιοί, όπως έρπη, ερυθρά ή κυτταρομεγαλοιός
  • γενετικά αίτια
  • χρωμοσωμικές ατυπίες
  • δυσλειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος
  • δυσαπορρόφηση τροφίμων
  • έλλειψη ενζύμων
  • παραγωγή τοξικών ουσιών από μύκητες στο έντερο, όπως της καζεϊνης και της γλουτείνης
  • μολύνσεις
  • περιβαλλοντικά αίτια
  • κληρονομικοί παράγοντες
  • εμβόλια

Σε μια βρετανική μελέτη μεταξύ διδύμων, το 60% των μονοζυγωτικών ζευγών, και όχι των διζυγωτικών ζευγών ήταν πιο πιθανό να εμφανίσουν αυτισμό, ενώ το 92% των μονοζυγωτικών ζευγαριών είχαν μεγαλύτερες πιθανότητες να εμφανίσουν γνωστικές ή κοινωνικές ανωμαλίες

Ο ρόλος του λογοθεραπευτή

Ο γονιός γνωρίζει το παιδί του καλύτερα από τον καθένα και το ένστικτό του είναι αλάνθαστο. Όταν, λοιπόν, οι γονείς παρατηρήσουν κάποια αλλαγή στη συμπεριφορά του παιδιού στην ηλικία των 2-3 ετών ή όσα αναφέρθηκαν παραπάνω μπορούν να απευθυνθούν σε έναν ειδικό ώστε να γίνει η κατάλληλη αξιολόγηση. Όπως σε κάθε διαταραχή έτσι και στον αυτισμό είναι πολύ σημαντική η έγκαιρη διάγνωση και παρέμβαση από την κατάλληλη διεπιστημονική ομάδα, με στόχο τη βελτίωση των δυσκολιών του παιδιού με αυτισμό. Ο λογοθεραπευτής με την ολοκλήρωση της αξιολόγησης θα θέσει τους κατάλληλους στόχους για το παιδί, που θα αποσκοπούν στη βελτίωση των δυσκολιών στον λόγο, στην ομιλία και στις επικοινωνιακές και κοινωνικές δεξιότητές του και αν κρίνει απαραίτητο θα παραπέμψει το παιδί σε έναν αναπτυξιολόγο. Η παρέμβαση πρέπει να είναι διαμορφωμένη στις ανάγκες του κάθε παιδιού, καθώς κάθε παιδί είναι ξεχωριστό και μαθαίνει με τον δικό του τρόπο.

Πηγές :

  • Baron-Cohen, S. (1989). Do autistic children have obsessions and compulsions? British Journal of Clinical Psychology, 28(3), 193–200.
  • Flack, R., (1996), Autism: Curriculum Content and Need - The Development of Pragmatics , School of Education, The University of Birmingham
  • Frith (1989) Αυτισµός. Μετάφραση Γ. Καλοµοίρης, Ελληνικά Γράµµατα, Αθήνα, 1994.
  • Καμπανάρου, Μ. (2007). Διαγνωστικά θέματα Λογοθεραπείας. Αθήνα, Εκδόσεις ΕΛΛΗΝ
  • Ι.Βογινδρούκας – D.Sherratt, Αθήνα 2005, «Οδηγός εκπαίδευσης παιδιών με διάχυτες αναπτυξιακές διαταραχές», εκδόσεις Ταξιδευτής.
  • Βογινδρούκας, Ι. 2005. «Πραγματολογικές δεξιότητες σε παιδιά με αυτισμό.» Ψυχολογία 12, 276-292.